αιμόλυση


αιμόλυση
Η καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων και η έξοδος της αιμοσφαιρίνης από αυτά. Α. μπορεί να προκληθεί από την ελάττωση της ωσμωτικής πίεσης του αίματος (π.χ. μετά από ένεση με αποσταγμένο νερό, οπότε τα ερυθρά αιμοσφαίρια απορροφούν νερό μέσα από τις μεμβράνες τους), από διάφορες φυσικές, χημικές ή τοξικές αιτίες (μικροβιακές τοξίνες, φάρμακα, δηλητήρια, εγκαύματα κλπ.), από αντισώματα (αντιδράσεις σε μεταγγίσεις ασυμβίβαστου αίματος, η αιμολυτική νόσος των νεογνών, αυτοαιμόλυση), από ελαττωματικά ερυθρά αιμοσφαίρια (μεσογειακή αναιμία κ.ά.). Φυσιολογικά τα ερυθρά αιμοσφαίρια έχουν μέση ζωή 120 ημερών και καθημερινά, κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, το 1% από αυτά λύονται. Στις περιπτώσεις που η ζωή τους μικραίνει, όπως στις παραπάνω περιπτώσεις, προκαλείται αναιμία η οποία επιστημονικά ονομάζεται αιμολυτική αναιμία.
* * *
η Ιατρ.
βλάβη ή καταστροφή τών ερυθρών αιμοσφαιρίων έτσι που η αιμοσφαιρίνη που περιέχουν ελευθερώνεται στο μέσο που τά περιβάλλει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < hemolysis, νεολατιν. επιστημον. όρος, ελληνογενής < αίμα + λύσις (-η)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αιμολυτικός — ή, ό [αιμόλυση] 1. αυτός που αναφέρεται στην αιμόλυση* 2. (Παθολ.) αυτός που έχει ως αποτέλεσμα αιμόλυση 3. αυτός που έχει την ιδιότητα να καταστρέφει τα ερυθρά αιμοσφαίρια …   Dictionary of Greek

  • αναλύσεις, κλινικές — Μορφολογικές, φυσικές, χημικές και βιολογικές εξετάσεις, που γίνονται σε ιστούς, εκκρίματα, απεκκρίματα ή παθολογικά προϊόντα του οργανισμού, με σκοπό να οδηγηθεί ο γιατρός στη σωστή διάγνωση, στον καθορισμό της βαρύτητας και στην παρακολούθηση… …   Dictionary of Greek

  • ερυθρόλυση — η η καταστροφή τών ερυθρών αιμοσφαιρίων, η αιμόλυση …   Dictionary of Greek

  • ψυχροαιμολυσίνη — η, Ν βιοχ. ιατρ. αυτοαντίσωμα, αιμολυσίνη που προκαλεί αιμόλυση σε θερμοκρασία κάτω τών 20° C. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ., πρβλ. αγγλ. cold hemolysin < cold «κρύος, ψυχρός» + hemolysin (βλ. αιμολυσίνη)] …   Dictionary of Greek

  • αιμολυτικό σύστημα — Το συνηθέστερα χρησιμοποιούμενο α.σ. αποτελείται από ερυθρά αιμοσφαίρια προβάτου ή από αιμολυτικό αντιπροβάτειο ορό χωρίς συμπλήρωμα. Όταν αναμείξουμε τα ερυθρά αιμοσφαίρια του προβάτου με τον αντιπροβάτειο ορό δεν παρατηρείται αιμόλυση. Εάν όμως …   Dictionary of Greek

  • λυσολεκιθίνη — Οργανικό προϊόν που σχηματίζεται κατά την απομάκρυνση ενός μορίου λιπαρού οξέος από τη λεκιθίνη. Στον οργανισμό σχηματίζεται με επίδραση του ενζύμου φωσφολιπάση στη λεκιθίνη και βρίσκεται σε μικρές ποσότητες σε πολλούς ζωικούς και φυτικούς ιστούς …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.